| Την ώρα που οι ρυθμοί πωλήσεων των κλιματιστικών στη χώρα ευημερούν, η εποπτεία της συγκεκριμένης αγοράς από την πολιτεία παραμένει μέχρι στιγμής μάλλον ελλιπής. Ομως, το «οικολογικό περιτύλιγμα» των κλιματιστικών συνεχίζει να εντάσσεται στη γλώσσα των πωλήσεων.Του Χρήστου Σύλλα
Με τα καταστήματα που εμπορεύονται κλιματιστικά να μην μπορούν τα τελευταία χρόνια να ανταποκριθούν για πολλούς λόγους (κτιριακές υποδομές, καιρικές συνθήκες) στη ζήτηση, η αγορά των κλιματιστικών εξαπλώνεται με ταχείς ρυθμούς.
Για του λόγου το αληθές, σύμφωνα με στοιχεία του 2007 της Gfk Hellas, στο πρώτο εξάμηνο του 2006 πουλήθηκαν 110.550 μονάδες, ενώ για το ίδιο χρονικό διάστημα του 2008 πουλήθηκαν 204.000 μονάδες. Πρόκειται για μια αύξηση της τάξεως του 84%, αύξηση-ρεκόρ τα τελευταία δώδεκα χρόνια.
Οι εκτιμήσεις στελεχών της αγοράς «βλέπουν» συνέχεια στην ανοδική πορεία των πωλήσεων κάνοντας λόγο για πρόσθεση περίπου 300.000-350.000 κλιματιστικών στα ήδη εγκατεστημένα. Μόλις πέρσι, οι αλυσίδες ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών πωλούσαν καθημερινά έως και 4.000 κλιματιστικά.
Η μεγέθυνση, ωστόσο, της αγοράς δεν συνοδεύεται από την ανάλογη ενημέρωση και την κατάλληλη συντήρηση των κλιματιστικών εγκαταστάσεων. Μόλις πρόσφατα εκδόθηκε Κοινή Υπουργική Απόφαση για τον καθορισμό των μέτρων και διαδικασιών για τον Κανονισμό 2037/2000 σχετικά με τις ουσίες που καταστρέφουν τη στοιβάδα του όζοντος.
Η απόφαση αυτή, σύμφωνα με την WWF, αποτελεί συμμόρφωση της Ελλάδας αφού η χώρα είχε καταδικαστεί από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για μη καθορισμό των ελάχιστων απαιτήσεων του σχετικού τεχνικού προσωπικού και απουσία δειγματοληπτικών ελέγχων για τις ελεγχόμενες εισαγόμενες ουσίες.
ΥΠΕΧΩΔΕ: «Είναι ένα ιδιαίτερο ζήτημα»
Τα τελευταία χρόνια η βιομηχανία ψυκτικών ουσιών έχει αναγκαστεί υπό τα ευρήματα περιβαλλοντικών μελετών να υποκαταστήσει τους λεγόμενους χλωροφθοράνθρακες (CFCs, ευρέως γνωστοί και ως «φρέον» ) με άλλες ουσίες, λιγότερο επιβλαβείς για τη στοιβάδα του όζοντος. Ωστόσο, οι νέες ψυκτικές λύσεις (υδροχλωροφθοράνθρακες και υδροφθοράνθρακες που χρησιμοποιούνται ευρέως στην αγορά) χαρακτηρίζονται ως προβληματικές και ελεγχόμενες από το Πρωτόκολλο του Κιότο καθώς αποτελούν ισχυρότατα αέρια του φαινομένου του θερμοκηπίου. Διαθέτοντας μεγάλα «δυναμικά υπερθέρμανσης» και επιπλέον έχοντας επικριθεί για την τοξικότητα τους, οι νέες ουσίες έχουν ήδη απαγορευτεί σε αρκετές χώρες της Ε.Ε.
Η ελληνική πολιτεία αν και ενσωμάτωσε στην ελληνική νομοθεσία τον κανονισμό 2037/2000 με τον οποίο ορίζεται και εποπτεύεται η συγκεκριμένη αγορά δεν φέρεται να έχει σημαντικά βήματα. Το αρμόδιο τμήμα του ΥΠΕΧΩΔΕ που υπάγεται στο Τμήμα Ποιότητας Ατμόσφαιρας εμφανίζει σημάδια ελλιπούς στελέχωσης.
Το kathimerini.gr επικοινώνησε με το σχετικό τμήμα για να πληροφορηθεί ορισμένα βασικά στοιχεία για τη διαμόρφωση και λειτουργία της αγοράς και τους ελέγχους που δια νόμου πρέπει να γίνονται σε επιχειρήσεις που εισάγουν, εμπορεύονται και διαχειρίζονται ελεγχόμενες ουσίες.
Το αρμόδιο τμήμα στελεχώνεται από ένα άτομο που προσφάτως ανέλαβε καθήκοντα από τον ένα και μοναδικό προκάτοχο του. «Ένα ιδιαίτερο θέμα που κληρονομήθηκε», όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε, χρειάζεται και τη δέουσα προσοχή από τον κεντρικό συντονισμό του ΥΠΕΧΩΔΕ. Ρίχνοντας κανείς μια ματιά στην ιστοσελίδα του αντίστοιχου τμήματος της Κύπρου, Υπηρεσία Περιβάλλοντος (υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος) αντιλαμβάνεται ότι οι κοινοτικοί κανονισμοί τροποποιούνται αρκετά συχνά.
Αν και σε γενικές γραμμές οι κανονισμοί είναι συμπληρωματικοί, οι νέοι ευρωπαϊκοί κανονισμοί εμπραγματεύονται ψυκτικές ουσίες οι οποίες δεν χρησιμοποιούνται στην τωρινή ελληνική ΚΥΑ. Συμβαίνει, ωστόσο κάτι τέτοιο;
Απουσία ελέγχων, απουσία ενημέρωσης
Η Greenpeace πριν από κάποια χρόνια είχε αγοράσει από την Ιταλία ένα κλιματιστικό, οι ψυκτικές ουσίες του οποίου δεν έβλαπταν το στρώμα του όζοντος και παράλληλα δεν ήταν και αέρια του θερμοκηπίου. «Οι εταιρείες που ήταν εδώ», λέει η Ναταλία Τσιγαρίδου, υπεύθυνη Δικτύου Δράσης Καταναλωτών της Greenpeace, «δυσκολεύτηκαν να εγκαταστήσουν το συγκεκριμένο κλιματιστικό».
Πράγματι, οι εταιρείες που εμπλέκονται στην εμπορία, διάθεση, συντήρηση και επισκευή των κλιματιστικών δεν τηρούν τις απαραίτητες προδιαγραφές, με αποτέλεσμα ο καταναλωτής να αγοράζει κλιματιστικά τα οποία εντός σύντομου χρονικού διαστήματος θα χρειάζονται αλλαγή.
«Πολλά μηχανήματα δουλεύουν με το παλιό φρέον», επισημαίνει ψυκτικός σε εταιρεία που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα και συνεχίζει: «Υπάρχουν πολλές κλιματιστικές μονάδες που χρησιμοποιούν ψυκτικά μέσα τα οποία θα καταργηθούν εντός πενταετίας». Το κόστος που θα επωμιστούν οι καταναλωτές αποτελεί ένα ζήτημα, που συνοδεύεται, επιπλέον, από τα προβλήματα συμβατότητας των τεχνικών ανταλλακτικών, ψυκτικών μέσων κτλ.
Η ΚΥΑ που δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 2007 προβλέπει τον ετήσιο έλεγχο των επιχειρήσεων «που χρησιμοποιούν ελεγχόμενες ουσίες σε εγκαταστάσεις σταθερού εξοπλισμού ψύξεως, κλιματισμού με φορτίο ψυκτικού ρευστού άνω των τριών κιλών» και παράλληλα την συμπλήρωση «Δελτίου Ψυκτικής Εγκατάστασης» το οποίο «υποβάλλεται στο ΥΠΕΧΩΔΕ κάθε έτος μέχρι της 31ης Ιανουαρίου συμπληρωμένο για το προηγούμενο έτος».
«Αυτός ο νόμος για ορισμένους παραμένει ακόμα ‘μόνο στα χαρτιά’», επισημαίνει ο ψυκτικός-τεχνικός και συνεχίζει: «Το συγκεκριμένο Δελτίο δεν το ζητάει σχεδόν κανένας. Σε ποσοστό 50 συντηρήσεων το μήνα, μόνο τέσσερις ή πέντε ζητάνε να το συμπληρώσουν».
ΠΗΓΗ:ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ |